Please use this identifier to cite or link to this item: http://hdl.handle.net/10889/12008
Title: Το διδακτικό εγχειρίδιο λογικής του Γεωργίου Σχολαρίου : δομή, πηγές και καινοτομίες
Other Titles: George Scholarios' logical handbook : structure, sources and innovative aspects
Authors: Μπαλκογιαννοπούλου, Ειρήνη
Keywords: Γεώργιος Σχολάριος
Θωμάς Ακινάτης
Αριστοτέλους "Περί ερμηνείας"
Βυζαντινή φιλοσοφία
Keywords (translated): Georgios Scholarios
Thomas Aquinas
Thomas de Aquino Byzantinus
Aristotle's "De interpretatione"
Byzantine philosophy
Abstract: Η διδακτορική διατριβή αποτελείται, πέραν της Εισαγωγής, από τρία μέρη. Το πρώτο αφορά στη σχολάρεια Ars vetus, το δεύτερο αφορά στη σχολάρεια Ars nova, ενώ το τρίτο περιλαμβάνει κριτική έκδοση του Υπομνήματος του Σχολάριου στο αριστοτελικό Περί ἑρμηνείας. Η Εισαγωγή αποτελείται από τρία κεφάλαια. Στο πρώτο δίνονται γενικές πληροφορίες για την πρώιμη ενασχόληση του Σχολάριου με τη φιλοσοφία, τους δασκάλους του και τα πρώτα του βήματα στον υπομνηματισμό και τη συγγραφή φιλοσοφικών έργων. Τα στοιχεία για τα δύο πρώτα θέματα προέρχονται από αυτοβιογραφικές αναφορές του. Για το τρίτο ζήτημα, εντοπίζονται χειρόγραφα που περιέχουν σχόλιά του πάνω σε έργα άλλων βυζαντινών συγγραφέων. Συγκεκριμένα, στους κώδικες Par.gr. 1928, Plut. 86.19 και Vat.gr. 115 υπάρχουν σχόλια του Σχολάριου επί αριστοτελικών έργων αλλά και κριτικά σχόλια επί βυζαντινών υπομνημάτων σε αριστοτελικά έργα. Ο Σχολάριος άρχισε να γράφει φιλοσοφικά έργα περί το 1430/31. Πρόκειται κυρίως για μεταφράσεις Λατίνων υπομνηματιστών αριστοτελικών έργων. Η προβολή της αξίας των έργων των Δυτικών σε συνδυασμό με την έντονη κριτική του σε αντίστοιχα έργα Βυζαντινών τον διαφοροποιεί με τρόπο χαρακτηριστικό από τους λόγιους της εποχής του. Στο δεύτερο κεφάλαιο δίνονται πληροφορίες για τη διδακτική δραστηριότητα του Σχολάριου, τους μαθητές του και τα μαθήματα που προσέφερε. Παρόλο που οι πληροφορίες ως προς αυτά τα θέματα είναι περιορισμένες, εντοπίζονται με προσοχή ορισμένα στοιχεία από έργα του και επιστολές του προς μαθητές του. Στο τρίτο κεφάλαιο περιγράφονται τα θέματα στα οποία επικεντρώνεται η διατριβή, τα προβλήματα που αναδύθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας και τα νέα ευρήματα. Ως προς το πρώτο ζήτημα, τη θεματολογία, εξετάζονται τα Υπομνήματα του Σχολάριου στη Λογική του Αριστοτέλη δηλαδή: α) Προλεγόμενα στη Λογική και στην Εἰσαγωγήν του Πορφυρίου, β) Υπόμνημα στις Κατηγορίες, γ) Υπόμνημα στο Περὶ ἑρμηνείας, δ) η σχολάρεια μετάφραση του De sex principiis του ψ.-Gilbertus Porretanus, ε) η μετάφραση του ψ.-θωμικού De fallaciis, στ) η μετάφραση μέρους του έργου του Petrus Hispanus Tractatus (olim Summulae logicales) και ζ) ένα σύντομο κείμενο που απέστειλε ο Σχολάριος στον μαθητή του Ιωάννη Περὶ συλλογισμοῦ. Ακολουθεί έκθεση των ατελειών και των προβληματικών πτυχών της παλαιάς έκδοσης των Υπομνημάτων από τον Μ. Jugie. Τα προβλήματα αυτά αφορούν κυρίως στα χειρόγραφα, τις πηγές και, πιθανότατα, στη χρονολόγηση του έργου. Γίνεται επανέλεγχος των χειρογράφων και επανεξετάζεται εξ αρχής το θέμα των γραφέων, της σημαντικότητας των διαφορών μεταξύ τους και της σπουδαιότητας των χειρογράφων που περιέχουν τα συγκεκριμένα έργα του Σχολάριου. Καταδεικνύεται η σπουδαιότητα του ζητήματος των πηγών, με το οποίο ο Jugie δεν ασχολήθηκε σχεδόν καθόλου, και γίνεται προσπάθεια ακριβέστερης χρονολόγησης βάσει στοιχείων που αντλούνται κυρίως από αναφορές του Σχολάριου στην προλογική (των Υπομνημάτων του στην Ars vetus) αφιερωματική επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και από τη συγγραφική του δραστηριότητα κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. 2. Α΄ μέρος: Σχολάριος και Ars vetus Το πρώτο μέρος αποτελείται από δύο κεφάλαια. Στο πρώτο εξετάζονται τα χειρόγραφα, ενώ στο δεύτερο η μέθοδος συγγραφής των Υπομνημάτων στην Ars vetus. Το πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνει Εισαγωγή, περιγραφή των χειρογράφων και συμπεράσματα. Το δεύτερο κεφάλαιο επικεντρώνεται στα μεταφραστικά προβλήματα και τη μέθοδο και τη δομή των Υπομνημάτων γενικά, ενώ στη συνέχεια δίνεται λεπτομερής περιγραφή των πηγών και της δομής κάθε έργου (Εισαγωγή, Κατηγορίαι, Περί ερμηνείας) ξεχωριστά. Τέλος, δίνονται τα συμπεράσματα. Η Εισαγωγή του πρώτου κεφαλαίου επικεντρώνεται στα χειρόγραφα που σώζουν το έργο, και κυρίως σε αυτά που αποτέλεσαν τη βάση της έκδοσης του Jugie και της παρούσης, δηλαδή τους κώδικες Vat.gr. 2223 (V), Barb.gr. 124 (B), Par.gr. 1941 (P) και Mut. α.Τ.9.13 (M). Αρχικά, εξετάζονται οι κώδικες παλαιογραφικά. Όπως δείχνεται, η άποψη του Jugie ότι και οι τέσσερις αυτοί κώδικες αποτελούν αυτόγραφα του Σχολάριου δεν ευσταθεί. Η γραφολογική σύγκριση των κωδίκων στηρίχτηκε σε αυτόγραφα του Σχολάριου που φέρουν την υπογραφή του (όπως ο κώδικας Vat.gr. 433, ο κώδικας Par.gr. 1289 και ο κώδικας Vat. gr. 115). Η σύγκριση αυτή αποτυπώνεται σε πίνακες, οι οποίοι περιέχουν τις γραφές γραμμάτων και συμπλεγμάτων που εμφανίζονται στους συγκρινόμενους γραφείς με μεγάλη συχνότητα, ώστε να ορίζουν με βεβαιότητα τον γραφικό χαρακτήρα του καθενός, διαφοροποιώντας τον με ασφάλεια από τους άλλους. Από τη σύγκριση αυτή προκύπτουν τα ακόλουθα αποτελέσματα. α) Ο V αποτελεί το μοναδικό χειρόγραφο που έχει γραφτεί εξ ολοκλήρου από τον Σχολάριο. β) Στο βασικό κείμενο του Β διακρίνονται δύο γραφείς: ο Σχολάριος, που γράφει μόνο τα fol. 40r3-27 και 186r1‒27 και διορθώσεις και συμπληρώσεις στα περιθώρια, και ένας άγνωστος γραφέας, ο οποίος γράφει το υπόλοιπο κείμενο. Όπως προκύπτει, ο Β αποτελεί ένα καθαρογραμμένο αντίγραφο του V, το οποίο ενσωματώνει τις προσθήκες και διορθώσεις των περιθωρίων του V στο βασικό κείμενό του. Οι εκ νέου διορθώσεις από το χέρι του Σχολάριου τον καθιστούν μια βελτιωμένη έκδοση του κειμένου του V. Τα στοιχεία αυτά καθιστούν απαραίτητη τη συμπερίληψή του στη νέα κριτική έκδοση. γ) Ο Ρ δεν αποτελεί αυτόγραφο του Σχολάριου. Στη διαπίστωση αυτή προέβη ο Harlfinger το 1971, αποδίδοντας το χειρόγραφο στον Ανώνυμό του 18. Στον Σχολάριο ανήκει το f. 146r-v, το οποίο όμως δεν αφορά στο Υπόμνημά του στην Ars vetus. Ο έλεγχος έδειξε επίσης πως στον κώδικα υπάρχουν αυτόγραφες σημειώσεις του Σχολάριου που δεν υπάρχουν στα υπόλοιπα χειρόγραφα, καθώς και συμπληρώσεις παραλείψεων λόγω ομοιοτέλευτων. Τα στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι γράφτηκε κατ’ εντολήν του Σχολάριου. δ) Ο Μ δεν αποτελεί αυτόγραφο του Σχολάριου. Παρόλο που ο Harlfinger απέδωσε και αυτόν στον Ανώνυμό του 18, ο νέος έλεγχος που πραγματοποιήθηκε από την υποψήφια έδειξε ότι ο M έχει γραφτεί από δύο γραφείς και ότι ο δεύτερος γραφέας δεν ταυτίζεται με τον γραφέα του Ρ. Παρόλο που ο κώδικας αποτελεί ένα ολοκληρωμένο εγχειρίδιο της αριστοτελικής Λογικής βασισμένο κυρίως σε έργα του Σχολάριου, δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να τον συνδέει άμεσα με αυτόν. Ακολουθεί περιγραφή των χειρογράφων. Για τις περιγραφές αυτές πραγματοποιήθηκε αυτοψία για τους V, P και B, ενώ ελήφθησαν υπόψη οι ήδη υπάρχουσες περιγραφές. Καταγράφονται οι γενικές πληροφορίες για κάθε κώδικα (μέγεθος, αριθμός φύλλων, αρίθμηση κ.λπ.), τα υδατόσημα και τα περιεχόμενα. Εντοπίζονται και καταγράφονται σε πίνακες οι διορθώσεις και προσθήκες των περιθωρίων, ώστε να καθοριστεί η σειρά συγγραφής του καθενός και η μεταξύ τους σχέση. Με τον τρόπο αυτόν αποκαλύπτεται και η εξέλιξη του κειμένου από την πρώτη ως την τελευταία του μορφή. Προκειμένου για τον Μ, δίνεται λεπτομερής περιγραφή των περιεχομένων του, από την οποία προκύπτουν νέα στοιχεία: κεφάλαια που αποδίδονταν στον Νικηφόρο Βλεμμύδη (και από τον γραφέα και από τους σύγχρονους μελετητές του χειρογράφου) αποδεικνύεται ότι ανήκουν στον Γεώργιο Παχυμέρη. Στα συμπεράσματα δίνεται στέμμα κωδίκων, από το οποίο προκύπτει, όσον αφορά στους τέσσερις βασικούς κώδικες, ότι ο Β έχει αντιγραφεί από τον V, ο Ρ από τον Β, ενώ ο Μ από τους Ρ και V. Ολοκληρωμένο κείμενο προκύπτει από τη μελέτη των V, Β και Ρ. Ο Μ παρουσιάζει αρκετά κενά στο κείμενό του και δεν φαίνεται να σχετίζεται άμεσα με τον Σχολάριο. Για τον λόγο αυτό, δεν περιλαμβάνεται στην νέα έκδοση του Υπομνήματος του Σχολάριου στο Περὶ ἑρμηνείας. Στο δεύτερο κεφάλαιο αρχικά δηλώνονται τα μεταφραστικά προβλήματα που σχετίζονται με τα τρία αυτά Υπομνήματα του Σχολάριου. Εντοπίζονται τα κενά που αφήνει στα κείμενά του και οι δυσκολίες που φαίνεται πως αντιμετώπισε ως προς την κατανόηση και την ελληνική απόδοση συγκεκριμένων φιλοσοφικών όρων. Στη συνέχεια σκιαγραφούνται η μέθοδος και η δομή των Υπομνημάτων του με βάση τα Υπομνήματα τα ίδια αλλά και την περιγραφή του ίδιου του Σχολάριου στην προλογική του επιστολή προς τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Η επιστολή περιλαμβάνει πέντε ενότητες. Στην πρώτη εξηγεί τους λόγους της αφιέρωσης του έργου στον Παλαιολόγο. Στη δεύτερη εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκε προκειμένου να συλλέξει το υλικό του: επέλεξε Λατίνους συγγραφείς, διότι θεωρούσε τη δουλειά τους περισσότερο εμπεριστατωμένη από τα αρχαιοελληνικά, τα βυζαντινά και τα αραβικά υπομνήματα. Στην τρίτη αναφέρεται στις αρνητικές αντιδράσεις των συγχρόνων του Βυζαντινών και καταγράφει τις προσδοκίες για την απήχηση του έργου του. Στο τέταρτο αναλύει τη μέθοδο που ακολούθησε: καταγράφει και αξιολογεί διαφορετικές ερμηνευτικές απόψεις, αλλά πρωτίστως στοχεύει στην ακρίβεια, τη συντομία και τη σαφήνεια. Επίσης, εξηγεί τη δομή των έργων του. Συγκεκριμένα, χωρίζει το κείμενό του σε Ἀναγνώσεις. Των Ἀναγνώσεων προτάσσεται προθεωρία, ακολουθεί ἡ τοῦ γράμματος διαίρεσις γενικῶς, και στη συνέχεια διαιρεῖται τὸ γράμμα εἰδικῶς καὶ ἑρμηνεύεται. Σε ορισμένες περιπτώσεις τίθενται ζητήματα: θέτει το πρόβλημα, καταγράφει τα επιχειρήματα, διατυπώνει τη σωστή θέση και ανασκευάζει τα αντεπιχειρήματα. Τέλος, ζητά εκ των προτέρων από τον Παλαιολόγο να τον υπερασπίσει απέναντι σε όσους στραφούν εναντίον του λόγω των καινοτομιών του Υπομνήματός του. Αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ οι βασικές πηγές του Σχολάριου είναι όντως λατινικές, ο ίδιος δεν τις κατονομάζει σε καμία περίπτωση. Αν και αναφέρεται κάποιες φορές στον Ακυινάτη και τον Radulphus Brito, δεν τους αναφέρει ποτέ ως πηγές του. Ως προς τα Προλεγόμενα στη Λογική και στην Εἰσαγωγήν του Πορφύριου, βασική πηγή του αποτελεί ο Radulphus Brito, ενώ δευτερεύουσα ο Θωμάς Ακυινάτης και τουλάχιστον ένας ακόμα, προς το παρόν μη αναγνωρισμένος, Λατίνος υπομνηματιστής. Δίνεται πίνακας με τις πηγές και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται από τον Σχολάριο οι παραπάνω πηγές. Ως προς τη δομή, το έργο χωρίζεται σε 17 Αναγνώσεις και 2 Μέρη. Η δομή του Υπομνήματος του Σχολάριου στις Κατηγορίες διαφοροποιείται από αυτήν των συγχρόνων του. Το κείμενό του χωρίζεται σε 18 Αναγνώσεις. Η πρώτη Ανάγνωση αποτελεί τα Προλεγόμενα στο έργο. Βάσει των οκτώ ελληνικών Υπομνημάτων –πλην του Σχολάριου- που σώζονται, είτε εκδεδομένες (του Αμμώνιου, του Σιμπλίκιου, του Ηλία, του Ολυμπιόδωρου, του Φιλόπονου και του Δέξιππου) είτε μόνο σε χειρόγραφα (των Αρέθα, Ψελλού και Ιωσήφ Φιλάγριου, η μελέτη των οποίων πραγματοποιήθηκε με βάση τα χειρόγραφα Urb.gr. 35, Bodl.Bar. 87 και Bibl. Ang.gr. 30 αντίστοιχα), παρατηρείται ένα τυπικό ως προς τη σύνταξη του προοιμίου και των προλεγομένων του έργου. Συγκεκριμένα, συζητούνται δέκα θέματα: οι φιλοσοφικές ‘αιρέσεις’, η διαίρεση των αριστοτελικών έργων, η σειρά με την οποία πρέπει να μελετώνται τα αριστοτελικά έργα, η χρησιμότητα της αριστοτελικής φιλοσοφίας, ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται τα έργα μεταξύ τους, ποιος πρέπει να τα διδάσκει, ποιος πρέπει να είναι μαθητής, ποιο το ύφος του Αριστοτέλη, ποιος ο λόγος για τον οποίο φαίνεται ο Αριστοτέλης να γράφει με τρόπο ασαφή, ποια στοιχεία πρέπει να αναλύονται στα αριστοτελικά έργα (ο σκοπός, η χρησιμότητα, ο τίτλος, η γνησιότητα, η δομή και η διαίρεση σε κεφάλαια). Ο Σχολάριος, αν και συζητά κάποια από αυτά τα θέματα (επικεντρωνόμενος στο συγκεκριμένο έργο και όχι σε ολόκληρη την αριστοτελική φιλοσοφία), το κάνει ακολουθώντας το λατινικό πρότυπο: α) επαναλαμβάνει περιληπτικά όσα ανέλυσε στην Εἰσαγωγήν του Πορφύριου περί λογικής και περί των τριών ενεργειών του νου, β) αναζητά τα τέσσερα αίτια του έργου, δηλ. το ὑλικόν (το ὑποκείμενον του βιβλίου), το ποιητικόν (το γνήσιον), το τελικόν (τον σκοπόν) και το εἰδικόν (το εἶδος τῆς πραγματείας), ενώ γ) ακολουθεί διαίρεση του βιβλίου σε κεφάλαια και διευκρίνηση ορισμένων σημείων της ίδιας της θεματικής του βιβλίου. Το Υπόμνημα στις Κατηγορίες αποτελεί μετάφραση ενός μεγάλου μέρους του Υπομνήματος κάποιου μη ταυτισμένου ακόμα Λατίνου συγγραφέα και ενός επίσης μεγάλου μέρους του Υπομνήματος του Radulphus Brito. Δίνεται πίνακας στον οποίο φαίνεται ο τρόπος με τον οποίο αξιοποίησε ο Σχολάριος τις πηγές του. Άλλη μία επιρροή που δέχτηκε ο Σχολάριος από τους Λατίνους ήταν η μελέτη της πραγματείας De sex principiis του ψ.-Gilbertus Porretanus, η μετάφραση της οποίας σώζεται μόνο στον M. Ο Σχολάριος μετέφρασε το συγκεκριμένο έργο ακολουθώντας την Σχολαστική πρακτική το έργο αυτό να διδάσκεται μαζί με τις Κατηγορίες. Πρόκειται για μετάφραση λέξη προς λέξη, χωρίς προσθήκες ή παραλείψεις. Το Υπόμνημα στο Περὶ ἑρμηνείας αποτελεί σύνθεση διαφόρων (λατινικών, κυρίως) πηγών με τρόπο περίτεχνο. Ο Σχολάριος ακολουθεί κατά βήμα τη δομή και τη μέθοδο που ανήγγειλε στην προλογική του επιστολή. Χρησιμοποιεί τουλάχιστον πέντε διαφορετικά λατινικά υπομνήματα και δύο ελληνικά, ενώ παρατηρούνται και δικές του προσθήκες, οι οποίες αναγνωρίζονται εύκολα λόγω της ελληνικότητας της σύνταξης και του λεξιλογίου που χρησιμοποιείται. Φροντίζει για τη συντομία (συνοψίζοντας παραγράφους ή ακόμα και κεφάλαια των πηγών του), την ακρίβεια και τη σαφήνεια των γραφομένων του. Οι ελληνικές πηγές διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: α) παραπομπές σε Έλληνες ερμηνευτές του Αριστοτέλη οι οποίες υπάρχουν ήδη στα κείμενα που μεταφράζει και β) προσωπικές προσθήκες με βάση Έλληνες και βυζαντινούς υπομνηματιστές. Οι ελληνικές πηγές που επιλέγει είναι η παράφραση του Ψελλού (σε δύο περιπτώσεις στο Υπόμνημα στο Περὶ ἑρμηνείας) και το Υπόμνημα του Αμμώνιου (σε μία περίπτωση, κατά την οποία ασκεί κριτική και καταρρίπτει την άποψη του Αμμώνιου ως προς το θέμα της γνησιότητας του τελευταίου τμήματος του έργου του Αριστοτέλη). Ως προς τις λατινικές πηγές, στις ήδη γνωστές (χωρία από τις Quaestiones super Artem Veterem του Radulphus Brito, που εντόπισαν οι Ebbesen και Pinborg το 1981/82, και του Υπομνήματος του Θωμά Ακυινάτη στο Περὶ ἑρμηνείας, που εντόπισε ο Δημητρακόπουλος το 2010), έρχονται να προστεθούν άλλες δύο επώνυμες και τουλάχιστον μία ακόμα μη ταυτοποιημένη. Η πρώτη αφορά σε κείμενο που παραδίδεται πλήρες στον κώδικα Pad. Bibl. Univ. 1589 και αποσπασματικά στον κώδικα Pal. Bibl. Com. 2Qq. D 142. Η πατρότητα του Υπομνήματος είναι αβέβαιη. Στον πρώτο κώδικα υπάρχουν δύο κολοφώνες, οι οποίοι αποδίδουν το κείμενο το σχετικό με το Περὶ ἑρμηνείας σε δύο διαφορετικούς συγγραφείς. Ο πρώτος έχει γραφτεί από τον έναν από τους πέντε γραφείς του κώδικα και αποδίδει το Υπόμνημα στον Johannes Buridanus, ενώ ο δεύτερος αποτελεί τον τελικό κολοφώνα του χειρογράφου και, σύμφωνα με τους Doucet, Lohr και Gauthier, αποδίδει όλα τα Υπομνήματα στον φιλόσοφο και θεολόγο του Πανεπιστημίου του Παρισιού του 13ου αι. Johannes Pagus. Ανεξάρτητα από το πρόβλημα του συγγραφέα του έργου, το προοίμιο του Υπομνήματος στο Περὶ ἑρμηνείας παρουσιάζει ομοιότητες με το προοίμιο του Σχολάριου, οι οποίες καταδεικνύονται λεπτομερώς. Η δεύτερη επώνυμη πηγή είναι το Υπόμνημα του Guilelmus Arnaldus στο Περὶ ἑρμηνείας. Και αυτό το Υπόμνημα είχε αρχικά αποδοθεί σε άλλον συγγραφέα, τον Αιγίδιο Ρωμανό, και είχε εκδοθεί υπό το όνομά του το 1507, μαζί με άλλα υπομνήματα στην Λογική του Αριστοτέλη. Το θέμα της πατρότητας του έργου ξεκαθαρίστηκε από τον Tabarroni to 1988 και τον Gauthier το 1989. Για το δικό του Υπόμνημα, ο Σχολάριος στηρίζεται σε κάποια σημεία στο Υπόμνημα του Arnaldus. Τα σημεία αυτά καταδεικνύονται με λεπτομερή σύγκριση. Εκτός από τις ομοιότητες ως προς το κείμενο των δύο αυτών Υπομνημάτων, παρουσιάζονται ομοιότητες και ως προς τον χωρισμό των Αναγνώσεων και τη δομή. Αναλύεται λεπτομερώς ο τρόπος με τον οποίο ο Σχολάριος χειρίζεται τις πηγές του. Ο σχετικός πίνακας αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα της σύνθεσης του Υπομνήματος του Σχολάριου. Το ύφος και η σύνταξη του κειμένου από τα μέσα της δέκατης Ανάγνωσης και εξής προδίδουν χρήση τουλάχιστον άλλης μίας λατινικής πηγής. Το Υπόμνημα του Ακυινάτη παρέμεινε ατελές. Ο Σχολάριος πιθανότατα είχε στα χέρια του κάποια continuatio, με την οποία ολοκλήρωσε το υπόμνημά του. Από τις οκτώ continuationes που σώζονται και γράφτηκαν πριν τον Σχολάριο καμμία δεν αποτελεί πηγή του. Ως προς τη δομή, το Υπόμνημα του Σχολάριου στο Περὶ ἑρμηνείας χωρίζεται σε πέντε μέρη και δεκατέσσερις Αναγνώσεις. Ο χωρισμός σε πέντε μέρη ήταν συνήθης μεταξύ των Ελλήνων υπομνηματιστών. Και στα έξι γνωστά Υπομνήματα που σώζονται (του Αμμώνιου, του Στέφανου από την Αλεξάνδρεια, του ανώνυμου υπομνηματιστή του κώδικα Par. gr. 2064, του Μιχαήλ Ψελλού, του Λέοντα Μαγεντηνού και του Σχολάριου), υπάρχει χωρισμός σε πέντε κεφάλαια (όπως τα αποκαλούσε ο Αμμώνιος) ή τμήματα (όπως τα αποκαλούσαν οι υπόλοιποι). Οι Λατίνοι ακολουθούσαν τον χωρισμό του Βοήθιου σε δύο βιβλία. Ο χωρισμός του Σχολάριου συγκρίνεται διεξοδικά με αυτόν των προγενεστέρων του. Ως προς τις Αναγνώσεις, ο Σχολάριος στις πέντε πρώτες ακολουθεί τον χωρισμό του Υπομνήματος του Arnaldus, ενώ για τις Αναγνώσεις 6‒10 ακολουθεί τον χωρισμό του Υπομνήματος του Ακυινάτη. Επιπλέον, στην πρώτη Ανάγνωσή του ο Σχολάριος ακολουθεί τον χωρισμό των κεφαλαίων του Arnaldus, ακολουθώντας τη σειρά των υπό πραγμάτευση θεμάτων. Όμως ο Σχολάριος ακολουθεί το τυπικό της δομής των Ελλήνων υπομνηματιστών για το προοίμιό του. Συγκεκριμένα, ο Σχολάριος πραγματεύεται: α) το αντικείμενο με το οποίο ασχολείται το βιβλίο του Αριστοτέλη, β) τη χρησιμότητά του, γ) πώς σχετίζεται το Περὶ ἑρμηνείας με τα υπόλοιπα λογικά έργα του Αριστοτέλη, δ) τον τίτλο, ε) ποιος είναι ο συγγραφέας, στ) τον χωρισμό σε κεφάλαια και μέρη, ζ) τη δομή του έργου και η) σε ποιον κλάδο της φιλοσοφίας ανήκει. Στα συμπεράσματα του δευτέρου κεφαλαίου συνοψίζονται τα ευρήματα της έρευνας ως προς τις πηγές και τη δομή. Δίνεται η συνολική εικόνα του τρόπου με τον οποίο αξιοποίησε τις πηγές του, όπως προκύπτει από τον σχετικό πίνακα. Επίσης σημειώνεται μια παραπομπή του Σχολάριου στη Summa Theologiae του Ακυινάτη, Η οποία αντλείται μεν από τον Radulphus Brito αλλά διαφοροποιείται ως εξής: ενώ ο Brito παραπέμπει στη Lectio 14 του Υπομνήματος του Ακυινάτη στο Περὶ ἑρμηνείας, ο Σχολάριος παραπέμπει τον αναγνώστη του στη Summa Theologiae, Ia Pars, qu. 14, art. 13, όπου ο Θωμάς πραγματεύεται το ίδιο θέμα. Πιθανότατα το κάνει αυτό επειδή, σε αντίθεση με το Υπόμνημα του Ακυινάτη στο Περὶ ἑρμηνείας, το πρώτο μέρος της Summa Theologiae ήταν γνωστό στο αναγνωστικό κοινό στον ελληνικό χώρο μέσω της μετάφρασής του από τον Δημήτριο Κυδώνη. 3. Β΄ Μέρος: Σχολάριος και Ars nova Το δεύτερο Μέρος αποτελείται, πέραν της εισαγωγής, από τέσσερις ενότητες. Η πρώτη αναφέρεται στα χειρόγραφα, η δεύτερη στο Περὶ τῶν σοφισμάτων∙ ἐκ τῶν τοῦ φιλοσόφου Θωμᾶ, η Τρίτη στο Ἐκ τῆς διαλεκτικῆς τοῦ μαΐστωρος Πέτρου τοῦ Ἰσπανοῦ• ἑρμηνεία τοῦ Σχολαρίου και η τέταρτη στη μικρή επιστολιμαία πραγματεία του Σχολάριου Περὶ συλλογισμοῦ. Στην εισαγωγή καταγράφονται τα έργα από τα οποία απαρτίζεται η σχολάρεια Ars nova και συγκροτείται κατάλογος των κωδίκων που παραδίδουν τα έργα. Από τους κώδικες αυτούς, ο Jugie χρησιμοποίησε τους Pal.gr. 235, Plut. 71.33, Auct. T.5.13 και Mutinensis α.Τ.9.13, θεωρώντας τους τρεις τελευταίους αυτόγραφους. Σύμφωνα με την περιγραφή του κώδικα από τον Bandini, ο Plut. 71.33 έχει γραφτεί από δύο γραφείς του 14ου αι. Η χρονολόγηση, όμως του Bandini απορρίπτεται λόγω της ύπαρξης έργων του Σχολάριου. Εκ νέου γραφολογικός έλεγχος αποκάλυψε και τρίτο γραφέα. Οι διαφορές μεταξύ των δύο πρώτων γραφέων που γράφουν τα έργα του Σχολάριου, αλλά και μεταξύ αυτών και του Σχολάριου, αποτυπώνονται σε πίνακες. Στα περιθώρια του κώδικα παρατηρούνται σχόλια από ένα χέρι διαφορετικό από αυτό των βασικών κειμένων, το οποίο αποδίδεται από τον Harlfinger στον Ανώνυμό του ΚΒ. Για τον Auct. T.5.13 υπήρχε μόνο η συνοπτική περιγραφή του Coxe. Όπως προκύπτει από τον γραφολογικό έλεγχο που διενήργησε η υποψήφια, σε αυτό το χειρόγραφο υπάρχουν χέρια τριών γραφέων, κανένα από τα οποία δεν είναι του Σχολάριου. Δίνεται επίσης πίνακας με τις διαφορές των γραφέων του κώδικα μεταξύ τους και μεταξύ αυτών και του Σχολάριου. Έλεγχος μεταξύ όλων των χειρογράφων που θεωρούσε ο Jugie αυτόγραφα (Vat.gr. 2223, Par.gr. 1941, Mut. α.T.9.13, Plut. 71.33, Barb.gr. 124 και Auct. T.5.13) έδειξε ότι ο τρίτος γραφέας του Auct. T.5.13 ταυτίζεται με τον Ανώνυμο 18 Harlfinger, τον γραφέα του κώδικα Par.gr. 1941. Δίνεται συγκριτικός πίνακας μεταξύ των δύο χειρογράφων, ο οποίος αποδεικνύει την ταύτιση. Στην ενότητα για τα χειρόγραφα δίνεται λεπτομερής περιγραφή των κωδίκων Plut. 71.33 και Auct. T.5.13, με έμφαση στο περιεχόμενό τους. Στην ενότητα που αφορά στο Περὶ τῶν σοφισμάτων, δίνονται πληροφορίες για το περιεχόμενο των Σοφιστικῶν ἐλέγχων του Αριστοτέλη και για τα ελληνικά και λατινικά Υπομνήματα στο έργο αυτό. Ακολουθεί σχολιασμός της μετάφρασης του ψ.-θωμικού De fallaciis από τον Σχολάριο. Πρόκειται για μετάφραση λέξη προς λέξη. Παρόλο που δεν υπάρχει αυτόγραφο του Σχολάριου που να σώζει τη μετάφραση, δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε την πατρότητά της. Στην ενότητα που αφορά στο Ἐκ τῆς διαλεκτικῆς τοῦ μαΐστωρος Πέτρου τοῦ Ἰσπανοῦ: Ἑρμηνεία τοῦ Σχολαρίου, μετά από τις αναγκαίες πληροφορίες για την πατρότητα του έργου, σχολιάζεται η μετάφραση του Σχολάριου, ο οποίος μεταφράζει ένα μεγάλο μέρος του έργου λέξη προς λέξη. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Jugie, ο Σχολάριος, αφού μετέφρασε τους πρώτους πέντε tractatus, παρέλειψε συνειδητά τον έκτο και συνέχισε με τη μετάφραση του έβδομου. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Σχολάριος απλώς είχε στα χέρια του ένα αντίγραφο με τη σειρά των Tractatus που σώζουν τα παλαιότερα χειρόγραφα. Σε νεότερα χειρόγραφα, στη θέση του Tractatus VI κείται ο Tractatus VII. Ούτε για αυτή τη μετάφραση σώζεται κάποιο αυτόγραφο του Σχολάριου. Όμως δεν υπάρχει λόγος αμφισβήτησης της πατρότητάς της. Η τελευταία ενότητα αφορά σε μια επιστολή του Σχολάριου προς τον μαθητή του Ιωάννη, όπου εξηγείται ο όρος «ἁπλοῦς συλλογισμός», θέμα που εμπίπτει στα Ἀναλυτικὰ πρότερα του Αριστοτέλη. Η επιστολή αυτή περιλαμβάνεται στον Mut. Α.Τ.9.13, κείμενη μεταξύ του Υπομνήματος του Σχολάριου στο Περὶ ἑρμηνείας και του Περὶ εὐπορίας προτάσεων του θ΄ κεφαλαίου της ανάλυσης των Προτέρων ἀναλυτικῶν από τον Γεώργιο Παχυμέρη. 4. Γ΄ μέρος: Κριτική έκδοση του Υπομνήματος του Σχολάριου στο Περὶ ἑρμηνείας Στο τρίτο Μέρος της διατριβής εκπονείται νέα, κριτική έκδοση του Υπομνήματος του Σχολάριου στο Περὶ ἑρμηνείας. Ο λόγος για τον οποίο επελέγη η σχολάρεια εξήγηση του συγκεκριμένου αριστοτελικού έργου είναι η πολυπλοκότητα της σύνθεσής του και η ύπαρξη πολλών ανεντόπιστων έως σήμερα πηγών. Η κριτική έκδοση βασίζεται στα χειρόγραφα για τα οποία προέκυψε ότι συνδέονται άμεσα με τον Σχολάριο, δηλαδή τους κώδικες Vat.gr. 2223, Barb.gr. 124 και Par. gr. 1941. Βασικό κώδικα της έκδοσης αποτελεί ο Par. gr. 1941, διότι σώζει την τελική έκδοση του κειμένου του Σχολάριου. Η έκδοση συνοδεύεται από κριτικό υπόμνημα και υπόμνημα πηγών.
Abstract (translated): The dissertation forms part of the international research project Thomas de Aquino Byzantinus, which is co-hosted by the Laboratory of Humanities, Department of Education, Faculty of Humanities and Social Studies, University of Patras, and the Hellenic Institute, Royal Holloway, University of London. It consists of four Parts: (a) Introduction; (b) Scholarios and ars vetus, (c) Scholarios and ars nova, and (d) a critical edition of Scholarios’ Commentary on Aristotle’s De interpretatione, whose largest part derives from Thomas Aquinas’ Commentary. The Introduction consists of four chapters. In the first, information about Scholarios’ early engagement with philosophy, his teachers and his first steps in commentating and writing philosophical works is offered and discussed. The information on the first two issues is drawn upon certain autobiographical references. For the third issue, manuscripts containing comments of his on logical works by previous Byzantine authors are singled out and examined. In codd. Par.gr. 1928, Plut. 86.19 and Vat.gr. 115, there is a number of Scholarian comments on certain Aristotelian works, but also comments on certain Byzantine Commentaries on Aristotelian works. Scholarios probably started producing philosophical pieces of writing c. 1430/31, being mainly translations/adaptations of Latin works. His being fond of Latin exegetical works, combined with his severe criticism of the Byzantine ones, clearly differentiates him from the scholars of the day. Chapter 2 furnishes information about Scholarios’ teaching activity, his students and the courses he offered. Although information on these issues is scanty, some elements from his works and epistles, shed, if carefully examined, light on the issue. Chapter 3 describes the works the dissertation focuses on, the problems that emerged during research, and the new findings. As far as the first issue is concerned, Scholarios’ works on Aristotle’s logic which are examined here are: (a) exposition of Porphyry’s Isagoge, (b) a Commentary on the Categories, (c) a Commentary on the De interpretatione, (d) the partial translation of Petrus Hispanus’ Tractatus (olim Summulae logicales), and (e) a short text sent by Scholarios to his disciple John On Syllogism. The last chapter focuses on the problematic aspects of the outdated edition of the Commentaries by M. Jugie. These aspects have foremost to do with the manuscript tradition, the sources and the date of Scholarios’ ars vetus. The manuscripts are re-examined mainly as far as their scribes are concerned. The significance of the issue of the sources, with which Jugie was hardly concerned, is highlighted, and an attempt at more accurately dating (on the basis of evidence from Scholarios’ Preface to his Commentary on ars vetus and from his writing activity during that period) is made. Jugie placed the Commentaries to 1433/35. There are some clues showing that we might be able to place them a bit earlier. According to Scholarios’ prefatory epistle to Constantine XI Palaeologos, this was his first major literary creation. He also says that he depended on Latin Commentaries; he started with taking notes from them and then completed his Commentaries, since it would be rather impossible for his students to retain from memory the courses delivered. Further, it is not clear if he wrote his Commentaries on the ars vetus before he translated Aquinas’ Commentary on the Posterior Analytics or vice versa. Although in his prefatory letter he mentions that he had already translated Aquinas’ Commentary, the letter was presumably written some time after the work dedicated; so, it is not clear whether the translation was produced some time before the Commentaries or simply prior to the epistle. The passage from the proem to Aquinas’ Commentary on the Posterior Analytics which is included in Scholarios’ commentary of the Isagoge can be accounted for in terms of Scholarios’ direct access to the Latin work before the production of the translation. Last, the passage from Aquinas’ Summa contra Gentiles that is found in the beginning of Scholarios’ ars vetus in Jugie’s edition would seem to indicate that Scholarios started his Commentaries after 1432, namely after he got a copy of Demetrios Kydones’ translation of the Summa. Still, in fact, unlike what Jugie’s edition implies, this passage does not form part of Scholarios’ text; it occurs in the margins of the manuscripts, being simply a parallel to the paragraph from Brito’s Ars vetus silently translated by Scholarios. Therefore, no exact date for Scholarios’ ars vetus can be established. Part I: Scholarios and ars nova Part I consists of two chapters. The first one deals with the manuscripts, whereas in the second Scholarios’ method of writing logical Commentaries is analyzed. Chapter 1 includes the status quaestionis and offers a description of the relevant manuscripts. Chapter 2 focuses on the translation problems and the method and structure of his Commentaries in general and offers a detailed description of the sources and structure of each Commentary on Porphyry’s Isagoge and Aristotle’s Categories and De interpretatione. The manuscripts that formed the basis of Jugie’s edition as well as of the present re-edition are Vat.gr. 2223 (V), Barb.gr. 124 (B), Par. gr. 1941 (P) and Mut. α.Τ.9.13 (M). Paleographical examination based on Scholarios’ certain autographs, i.e. manuscripts that bear his signature (such as the Vat.gr. 433, his notes in cod. Barb.gr. 164, Par.gr. 1289 and Vat.gr. 115), shows that Jugie’s assumption that all of them are autographs is wrong. (Jugie’s misattribution of other scribes’ manus to Scholarios was not without consequences for other scholars’ studies, such as by de Andrès with regard to certain folia from cod. Scor. y. ΙΙI. 13 and by Demetracopoulos with regard to certain folia from cod. Par.gr. 1868; much more work is to be done in this direction.) Numerous Tables contain the differences on letters and abbreviations that appear in the compared scribes in high frequency and establish what follows. (a) V is the only manuscript written in its entirety by Scholarios’ hand. (b) In the main text of B, two scribes are discernible: Scholarios, who wrote only fols. 40r3-27 and 186r1-27 as well as few corrections on the margins, and an unknown scribe, who wrote the remaining text. It seems that B is a copy of V, which inserts the additions and corrections of the margins of V to the main text. Re-corrections made in Scholariοs’ hand show that B is an improved version of V. (c) P was not scribed by Scholarios. Harlfinger (1971) attributed the manuscript to his Anonymous 18. Only fol. 146r-v was written by Scholarios, which has nothing to do with his Commentary on the ars vetus. Further, certain comments that occur in the manuscript do not occur in the others, whereas some omissions were completed by Scholarios himself. So, we are led to the highly probable conclusion that the manuscript was written on Scholarios’ behalf. d) M is not an autograph of Scholarios either. Although Harlfinger attributed it to his Anonymous 18, it is shown that it was written by two scribes and that the second one is not the same as the scribe of P. Although the codex is a complete handbook of Aristotelian logic, based mainly on works and translations by Scholarios, nothing shows that it was directly linked to him. For the description of the manuscripts, an autopsy was made for V, P and B, also taking into consideration their already existing descriptions. Basic information for each codex (size, number of folia, folia numbering etc., watermarks and contents) is offered. Corrections and additions in the margins are identified and listed in Tables, which helps determining the order of the production of each and the relationship between them. In the case of M, a detailed description of its contents is offered, from which new information occasionally emerges: some chapters attributed to Nicephoros Blemmydes (by the scribe and by modern scholars) seem to belong to Georgios Pachymeres. The stemma codicum shows that B was copied from V, P from B, and M from P and V. The text in its entirety emerges from the study of V, B and P. M exhibits several omissions and does not seem to be directly related to Scholarios; for this reason, it is not included in the new edition of Scholarios’ Commentary on the De interpretatione. In Chapter 2, the method and structure of Scholarios’ Commentaries are outlined, both on the basis of the Commentaries themselves and the information included in Scholarios’ prefatory epistle to Constantine XI Palaeologos. In the first section of the epistle, the author explains the reasons of dedicating the work to Palaeologos. In the second, he explains how he gathered his material. He opted for Latin authors, because he considered their work more complete than the works of the Arabs and the Byzantines. In the third one, he refers to the negative reactions by some of his contemporary Byzantines and his expectations regarding the impact of his work. In the fourth, he analyzes the method he followed. He primarily aimed at accuracy, brevity, and clarity, whereas he sometimes wrote down and assessed various exegetical views. He also explains the structure of his logical handbook. He divides the text into lectiones (ἀναγνώσεις), in which he first introduces the subject matter (προθεωρία), and then offers an outline of the text (ἡ τοῦ γράμματος διαίρεσις γενικῶς), subsequently providing a detailed division and interpretation of it (διαιρεῖται τὸ γράμμα εἰδικῶς καὶ ἑρμηνεύεται). If some issue calls for further explanation, he states the problem, records the arguments for and against, declares the correct position, and resolves the counter-arguments. This is the Scholastic quaestio format. Finally, he in advance asks Palaeologos to defend him against those who would accuse him of his innovations. Although Scholarios’ sources are Latin indeed (and he explicitly says so), he does not name them at all. Regarding Porphyry’s Isagoge, his basic source is Radulphus Brito, whereas Thomas Aquinas and at least one other, currently unidentified Latin commentator are supplementary sources. A Table with the sources and the way in which Scholarios exploited them is offered. In terms of structure, the work is divided into seventeen lectiones and two Parts. The structure of the Commentary on the Categories differs from that of Scholarios’ contemporaries. The text is divided into eighteen lectiones, the first being the proem to the Commentary. In the still extant previous Greek Commentaries, both edited (by Porphyry, Ammonius, Simplicius, Elias, Olympiodorus, John Philoponus, Dexippus and Arethas) and unedited (by Michael Psellus and Joseph Filagrius, studied on the basis of codd. Bodl. Barocc. 87 and Bibl. Ang. 30 respectively), a standard form for the proem to the Categories is recognizable. Ten themes are discussed: the philosophical schools, the division of the Aristotelian works, the order in which the Aristotelian works are to be studied, the utility of Aristotle’s philosophy, the way in which the works are linked to each other, who should teach them, who the student should be, Aristotle’s style, why Aristotle seems to write in an obscure way, which elements should be analyzed (purpose, utility, title, authenticity, structure, and division into chapters). Although Scholarios discusses certain of these issues (focusing on the specific work, not on the whole of the Aristotelian corpus), he does so by following the Latin model: after summarizing what he had already analyzed with regard to Porphyry’s Isagoge, he (a) examines the four causes of the production of the book, i.e. τὸ ὑλικόν (the subject matter), τὸ ποιητικόν (the author), τὸ τελικόν (the author’s purpose) and τὸ εἰδικόν (the category the book belongs to), and (b) divides the book into chapters. The Commentary on the Categories is a translation of a large part from the Commentary by an unidentified Scholastic author and a large part of Radulphus Brito’s Commentary. A Table is offered, which shows how Scholarios exploited his sources. Scholarios, following the scholastic practice that (Ps.-) Gilbertus Porretanus’ Liber De sex principiis be taught along with the Categories, translated this work as well. The translation is preserved only in M. This is a word for word translation, with no additions or omissions. The Commentary on the De interpretatione is a synthesis of various (mainly Latin) sources in an elaborate way. Scholarios follows step by step the structure and the method he announced in his prefatory epistle. He uses five at least Latin Commentaries and two Greek sources, whereas his own additions are easily recognizable due to their Greek style. He minds for brevity (by summarizing paragraphs or even whole chapters from his sources), accuracy and clarity. Greek sources fall under two classes: (a) references to Greek commentators which occur in the Latin works he translated, and (b) additions made by him on the basis of two texts from the Greek tradition, i.e. Psellus’ Paraphrasis and Ammonius’ Commentary. With regard to the Latin sources, besides the already known ones (i.e. certain parts from Radulphus Brito’s Quaestiones super Artem Veterem, singled out by Ebbesen / Pinborg in 1981/82, and numerous long parts from Thomas Aquinas’ Commentary on the De interpretatione, revealed by Demetracopoulos in 2010), three more Latin sources are revealed: two by known authors and one still unidentified. The first one is a Commentary preserved in its entirety in cod. Pad. Bibl. Univ. 1589 and partially in cod. Pal. Bibl. Com. 2Qq. D 142. Its authorship is uncertain. In the first codex, there are two colophons, which attribute the text on the De interpretatione to two different authors. The first colophon was written by one of the five scribes of the codex and ascribes the Commentary to John Buridan, whereas the second is the final colophon and, according to Doucet, Lohr, and Gauthier, attributes all the Commentaries of the codex to the 13th c. philosopher and theologian of the University of Paris Johannes Pagus. Regardless of the problem of the authorship, the proem to the Commentary on the De interpretatione is, as shown in detail, very close to Scholarios’ proem. The second source is Guillelmus Arnaldus’ Commentary on the De interpretatione. This Commentary was initially attributed to Gilles of Rome, printed under his name in 1507, along with some other Commentaries on Aristotle’s logic. The authorship issue was settled by Tabarroni (1988) and Gauthier (1989). Scholarios, for his own Commentary, relies on some points from Arnaldus’ Commentary, as detailed comparison illustrates. In addition, there are some similarities regarding the division to lectiones and the structure. The way in which Scholarios exploited his sources is shown in detail. The relevant Table reveals the complexity of his Commentary. The style and the syntax of the text from the middle of Lectio 10 suggest that Scholarios uses at least one more Latin source. Aquinas’ Commentary remained incomplete; so, Scholarios probably had access to some continuatio, which he translated so as to have his Commentary completed. Comparison shows that none of the eight extant continuationes that were written before Scholarios’ time was his source. With regard to structure, Scholarios’ Commentary on the De interpretatione is divided into five Parts and fourteen lectiones. The division to five Parts was common among Greek scholars. In the six known Greek Commentaries (by Ammonius, Stephanus of Alexandria, the anonymous commentator of cod. Par.gr. 2064, Michael Psellus, Leo Magentinus, and Scholarios), division is made into five “chapters” (as Ammonius called them) or “parts” (as all the others called them). The Latins, for their part, followed Boethius’ separation into two books. Scholarios’ separation is closely compared to that of his predecessors. As for the lectiones, in the first five Scholarios follows the division in Arnaldus’ Commentary, whereas in lectiones 6-10 he follows the division in Aquinas’ work. In addition, in his first lectio, Scholarios follows Arnaldus’ division. Still, he follows the formal structure of the Greek commentators in his prooemium, where he discusses: (a) the subject matter of Aristotle’s writing, (b) its utility, (c) how the De interpretatione relates to the other logical Aristotelian works, (d) its title, (e) its author, (f) its division into chapters and parts, (g) its structure, and (h) which branch of philosophy it falls under. An occasional reference is made by Scholarios to Aquinas’ Summa Theologiae, which is an adaptation of a similar reference by Radulphus Brito: whereas Brito refers to lectio 14 of Aquinas’ Commentary on the De interpretatione, Scholarios refers his reader to the Summa Theologiae, Ia Pars, qu. 14, art. 13, where Thomas deals with the same subject, i.e. God’s foreknowledge of the future contingents. Part I of the Summa Theologiae was accessible to the Greek-speaking readership of the day, thanks to Demetrios Cydones’ translation of the work (1358). Part II: Scholarios and ars nova Part II consists of four sections, referring to the manuscripts, Ps.-Aquinas’ De fallacies, Petrus Hispanus’ Tractatus, and a short letter of Scholarios to his disciple John On syllogisms. The codices preserving these translations are presented. Jugie used Pal.gr. 235, Plut. 71.33, Auct. T.5.13 and Mutinensis α.Τ.9.13, considering the last three as Scholarios’ autographs. Still, paleographical examination results in the following conclusions. 1. Plut. 71.33, according to the description by Bandini, was written by two 14th c. scribes. Still, this is not sustainable, as some Scholarian works are included in the codex. Graphological examination reveals a third scribe. The differences between the first two and the one who wrote Scholarios’ translations, as well as between them and Scholarios, are illustrated in Tables. In the margins of the manuscript, some scholia by a different hand (attributed by Harlfinger to his Anonymous KB) are discernible. 2. In cod. Auct. T.5.13, three manus are discernible, but none of them is Scholarios’, as a Table with the differences between the three scribes of the manuscript and between them and Scholarios clearly shows. 3. The third scribe of Auct. T.5.13 coincides with the Anonymous 18 Harlfinger (who is the scribe of cod. Par.gr. 1941). A comparative Table is offered. In the section on Ps.-Aquinas’ De fallaciis, Scholarios’ word for word translation of it is briefly discussed. In the section concerning Petrus Hispanus’ Tractatus, Jugie’s estimation that Scholarios, after translating the first five tractatus, deliberately skipped the sixth is refuted. In fact, Scholarios’ translation simply reflects the order of the chapters as it stood in the older manuscripts of the Medieval tradition of the work. The last section refers to a letter by Scholarios to his disciple John, which explains the term “simple syllogism”, an issue which falls under Aristotle’s Prior Analytics. The letter is included in Mut. α.T.9.13, properly placed between Scholarios’ Commentary on the De interpretatione and the Περὶ εὐπορίας προτάσεων (from chapter 9 of Georgios Pachymeres’ exegesis on the Prior Analytics). Part III: A critical edition of Scholarios’ Commentary on the De Interpretatione A new, critical edition of Scholarios’ Commentary on the De interpretatione is offered. It is based on the manuscripts directly linked to Scholarios, i.e. V, B and P, P being used as the basic codex, as it preserves, as shown, the final version of Scholarios’ text.
Appears in Collections:Τμήμα Επιστημών της Εκπαίδευσης και Κοινωνικής Εργασίας (ΔΔ)

Files in This Item:
File Description SizeFormat 
Nemertes_Balcoyiannopoulou_ptde.pdf8.27 MBAdobe PDFView/Open


Items in DSpace are protected by copyright, with all rights reserved, unless otherwise indicated.